Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑΤΟΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΚΕΙΜΕΝΟ  ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ (Τα μαρτύρια της αγάπης  απόσπασμα) Διαβάστε το απόσπασμα εδώ


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Α1. Ποιοι είναι οι κεντρικοί ήρωες που πρωταγωνιστούν στο απόσπασμα;
                                                                                      Μονάδες 8

Α2. Να προσδιορίσετε γενικά τον χρόνο και τον χώρο στον οποίο κινούνται τα πρόσωπα του κειμένου.
                                                                                       Μονάδες 9

Α3. Ποιος είναι ο αφηγητής στο συγκεκριμένο απόσπασμα και σε ποιους απευθύνεται;
                                                                                        Μονάδες 8


Β1  Να σκιαγραφήσετε την προσωπικότητα της Βούλας. Ποιες κοινωνικές προκαταλήψεις για τη θέση και το ρόλο της γυναίκας επικρατούσαν στην εποχή της από τις οποίες προσπαθεί να απελευθερωθεί η ηρωίδα;
                                                                                                                                                                                                    Μονάδες 15

Β2. Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
                                                                                                                                                                                                     Μονάδες 10

Γ1. « Πάνω στη συναυλία….το δίκιο με το μέρος του.» Να αλλάξετε τον αφηγητή στο παραπάνω απόσπασμα, έτσι ώστε να το αφηγείται ο Χρήστος. Να επιφέρετε τις αντίστοιχες αλλαγές στην οπτική της αφήγησης.
                                                                                                                                                                                                     Μονάδες 15
Γ2.  Να αιτιολογήσετε τις αλλαγές αυτές με στοιχεία που αφορούν τον χαρακτήρα του ήρωα.
                                                                                                                                                                                                     Μονάδες 10
Δ1.  Πώς σχολιάζετε τη συμπεριφορά του Χρήστου και γενικότερα όλης της οικογένειας απέναντι στη Βούλα;
                                                                                                                                                                                                    Μονάδες 10

Δ2  Οι προσωπικές επιλογές της Βούλας την φέρνουν σε σύγκρουση με το οικογενειακό της περιβάλλον. Πώς αντιμετωπίζονται στην εποχή μας παρόμοιες επιλογές;  Ποιες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες άλλαξαν, με αποτέλεσμα  στην εποχή μας οι γυναίκες να έχουν απελευθερωθεί και να καθορίζουν οι ίδιες τη ζωή τους;
                                                                                                                                                                                                   Μονάδες 15
                                                                                          


Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Διαγώνισμα νεοελληνικής λογοτεχνίας α λυκείου

ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Μ. Καραγάτση  «Γιούγκερμαν»

Ερωτήσεις
  Να σκιαγραφήσετε την προσωπικότητα της Βούλας στηριζόμενοι στο απόσπασμα. Ποιες κοινωνικές προκαταλήψεις για τη θέση και το ρόλο της γυναίκας επικρατούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα που διαδραματίζεται το μυθιστόρημα και από τις οποίες προσπαθεί να απελευθερωθεί η ηρωίδα;
                                                                                           Μονάδες 25


  Οι προσωπικές επιλογές της Βούλας τη φέρνουν σε σύγκρουση με το οικογενειακό της περιβάλλον. Τέτοιες επιλογές ωστόσο, για μια σύγχρονη νέα κοπέλα είναι αυτονόητες. Ποιες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες άλλαξαν, με αποτέλεσμα  στην εποχή μας οι γυναίκες να έχουν απελευθερωθεί και να καθορίζουν οι ίδιες τη ζωή τους;
                                                                                           Μονάδες 25


   Ο Χρίστος, ο αδερφός της ηρωίδας, αφηγείται αργότερα το ίδιο βράδυ σε κάποιο φίλο του τα γεγονότα που προηγήθηκαν στο σπίτι του ανάμεσα στον ίδιο και την αδερφή του. «Πάνω στη συναυλία…..το δίκιο με το μέρος του…»
                                                                                           Μονάδες 25

  Η Βούλα το ίδιο βράδυ κλεισμένη στο δωμάτιό της γράφει μια δραματική επιστολή στον αγαπημένο της Βάσια. Τον ενημερώνει για το προσωπικό της δράμα, που εκείνος ως τότε αγνοούσε και αιτιολογεί την απόφασή της να μην παντρευτεί τον Γιώργο.
                                                                                           Μονάδες 25









Σύντομο εισαγωγικό σημείωμα
Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, Βασίλης Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν  (Βάσια), μετά από μια έκλυτη ζωή, γνωρίζει και ερωτεύεται τη Βούλα Παπαδέλη .Η ηρωίδα αυτή με το μικροσκοπικό κορμί και τα ωραία μεγάλα μάτια  ύστερα από κάποιο κοριτσίστικο ολίσθημα υποχρεώθηκε από τους γονείς της να αρραβωνιαστεί το φίλο της Γιώργο Μάζη, που σπούδαζε ψυχίατρος στην Αυστρία. Έλειπε οχτώ χρόνια από την Ελλάδα και δεν της είχε γράψει ούτε ένα γράμμα ως τη στιγμή που επιστρέφει και ζητάει να παντρευτεί τη μνηστή του. Η Βούλα δεν τον αγαπάει πια, αλλά οι γονείς της, χρεωκοπημένοι και φτωχοί βλέπουν το γάμο αυτό με τον πλούσιο γαμπρό σαν σανίδα σωτηρίας. Πιέζουν τη Βούλα να δεχτεί. Έχει δώσει η ίδια προθεσμία λίγους μήνες για να απαντήσει.  Στο διάστημα αυτό συναντά τον Γιούγκερμαν. Στο απόσπασμα που ακολουθεί παρακολουθούμε τη μαρτυρική ζωή της Βούλας στο οικογενειακό της περιβάλλον. 


- Είχε όμως, μέσα σ' αυτό το μαρτύριο, και τις ελάχιστες ώρες της χαράς της. Ελάχιστες, βέβαια· μα τόσο εντατικές, που γέμιζαν απόλυτα τη ζωή της και την έκαναν να παραβλέπει τ' άλλα της βάσανα. Ή, καλύτερα, δεν νοιαζόταν για όλ’ αυτά· περνούσαν πάνω της σαν κονταριές σε άτρωτο κορμί. Συγκεντρώθηκε στον εαυτό της κι υπόφερε τα πάντα με θαυμαστό στωικισμό, περιμένοντας τη στιγμή - τρεις φορές τη βδομάδα – που θα ‘σμιγε με το Βάσια, στο καφενεδάκι του Τουρκολίμανου. Τότε, όλα σβήναν. Δινόταν στην ερωτική της ευτυχία με χαρούμενη καρδιά κι ανάλαφρο πνεύμα. Χανόταν στο μαγνητικό ρευστό του αγαπημένου άντρα, που την τύλιγε με βαλσαμικά κύματα. Η γαλήνη της ήταν απόλυτη· τόσο απόλυτη, που γέμιζε όλες τις ώρες της, κι αυτές ακόμα τις μαύρες ώρες του πνιχτικού σπιτιού.
Δεν του είπε ποτέ τίποτα γι' αυτά. Όχι από υπολογισμό ή υστεροβουλία· δε σκέφτηκε πως θα ‘πρεπε να κρατήσει κρυφή οποιαδήποτε πτυχή της ζωής της. Μα πρώτα πρώτα, ποτέ η κουβέντα τους δεν ήρθε στην περασμένη ερωτική ζωή τους κι ύστερα, όλ’ αυτά τα ‘βρισκε μικρά κι ανάξια μπροστά στη μεγάλη περιπέτεια της καρδιάς της. Όταν ερχόταν η στιγμή, θα του μιλούσε' δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Γιατί, όπως είπαμε, στο βάθος είχε αποφασίσει να πάρει το γιατρό. Μα δεν το ‘λεγε στους δικούς της να ησυχάσουν, και να πάψουν κι αυτηνής τα μαρτύρια. Προτιμούσε να κυλούσε το εξάμηνο μέσα στη θλίψη και τις καταπιέσεις, παρά να γινόνταν αμέσως οι επίσημοι αρραβώνες, που θα της στερούσαν τη μεγάλη ευτυχία της: την επαφή με το Βάσια.
Όσο οι μέρες κυλούσαν κι έβλεπε να κοντεύει ο χρόνος του μισητού γάμου - κι η στιγμή του οδυνηρού χωρισμού - σφιγγόταν η καρδιά της. Μια μονάχα ελπίδα είχε: πως ο Βάσιας θα καταλάβαινε την αναπότρεπτη ανάγκη αυτού του γάμου και δεν θα την έβγαζε απ’ την καρδιά του [...]
Μια άλλη δυσάρεστη πλευρά ήσαν οι καθημερινές σχεδόν επισκέψεις του Γιώργου. Η Βούλα έλπισε πως μετά τη συμφωνία της εξάμηνης προθεσμίας - και την καθαρά αντιπαθητική στάση της - ο γιατρός θα είχε την εξυπνάδα ν’ αραίωνε τις εμφανίσεις του. Αυτός όμως, κινημένος από πληγωμένο εγωισμό, το ‘βαλε πείσμα να την ξανακαταχτήσει. Έξω απ’ την πραγματικότητα, όπως πάντα, νόμισε πως οι συχνές επισκέψεις του στο Παπαδελέικο και το παρουσίασμα της στραπατσαρισμένης αξιοπρέπειάς του, θα είχαν καταθλιπτικό αποτέλεσμα στην απόφαση της αρραβωνιαστικιάς του. Η Βούλα σήκωνε τους ώμους κάθε φορά που τον έβλεπε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα ωραίος, κομψός, σπουδαίος κι ανόητος, με ύφος προσβλημένου τιμητή [...]
Η απογοήτεψη κι ο θυμός του ξέσπασαν στην Παπαδέλαινα, με πικρά παράπονα κι ιερεμιάδες* ατέλειωτες. Κι εκείνη για να ξεσπάσει, χύθηκε με καινούρια κρίση μανίας πάνω σ’ «αυτή την ασυνείδητη» και την ξερόψησε με σιγανή και σίγουρη φωτιά.
Το μεγάλο πανηγύρι έγιν’ ένα Σάββατο. Το βραδάκι, σεις εφτά, η Βούλα είχε το συνηθισμένο ραντεβού της με το Βάσια. Όταν, κατά τις εξήμιση, κατέφθασε ο κύριος οιονεί* αρραβωνιαστικός. Δε γινόταν για πρώτη φορά αυτό. Τότε η Βούλα έκλεινε το μισό παραθυρόφυλλo της κάμαράς της, σε τρόπο που να το ιδεί ο Βάσιας απ’ το Περίπτερο. Κι αυτό είχε την εξής συμβατική σημασία: «Σήμερα δεν μπορώ να έρθω. Αύριο την ίδια ώρα».
Οπωσδήποτε, η Βούλα περίμενε την επίσκεψη του γιατρού για την Κυριακή. Από το πρωί βρισκόταν σε πυρετική προσμονή του βραδινού περίπατου. Τόσο πολύ πεθυμούσε να ιδεί το φίλο της εκείνο το βράδυ, που τίποτα δεν μπορούσε να τη συγκρατήσει. Στο σαλόνι, όπου πήγε με το Γιώργο, ήρθε κι η Νίτσα*. Ευτυχώς γιατί δε θα μπορούσε να κρατήσει μια συνομιλία, με την αγωνία που τη σύνεχε. Είπε μόνο δυο-τρεις λέξεις· διαρκώς στριφογύριζε στην καρέκλα της, φανερά νευριασμένη κι ανυπόμονη. Όταν το ρολόι χτύπησε εφτά, χωρίς να δικαιολογηθεί, βγήκε απ' την κάμαρα, σα να πήγαινε για δυο λεπτά κάπου. Και ξαναγύρισε σεις εννιά.
Χτυπώντας την πόρτα του σπιτιού της, ήξερε τι την περίμενε· μα ήταν έτοιμη να δεχθεί τα πάντα με απόλυτη ψυχραιμία. Μήπως δυο ολόκληρες ώρες δε γνώρισε την πιο τέλεια ευτυχισμένη γαλήνη κοντά στον αγαπημένο άντρα; Τι αξία είχαν όλα τ’ άλλα;
Φαίνεται πως η φασαρία που ακολούθησε το ξεπόρτισμά της ήταν γενναία. Ο Γιώργος γίνηκε κατακίτρινος κι έφυγε απειλώντας γη και ουρανό. Η Παπαδέλαινα μάταια προσπάθησε να τον γαληνέψει γεμίζοντάς τον εξηγήσεις και διαβεβαιώσεις. Σαν έμεινε μόνη έπεσε σε νευρική κρίση, που είχε αντίχτυπο στις δυο μικρές της κόρες. Πάνω στη συναυλία των γοερών κλαμάτων κατέφθασε ο Χρίστος στο τσακίρ-κέφι· τα είχε κοπανήσει στο Πασαλιμάνι, με την παρέα του. Όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα άρχισε να βλαστημάει Χριστούς και Παναγίες, απειλώντας πως θα κόψει τα ποδάρια της παλιοβρώμας της αδερφής του και του «τοιούτου» αγαπητικού της. Από αντανάκλαση ο Κωστάκης ούρλιαζε, χωρίς να ξέρει γιατί. Η υπηρέτρια κλείστηκε στην κουζίνα, με τρομαγμένα σταυροκοπήματα· κι οι γειτόνοι βγήκαν στα παράθυρα.
Απάνω στην ώρα έφτασε η Βούλα. Μόλις την αντίκρισε, ο Χρίστος εξαγριώθηκε. Τη στρίμωξε σε μια γωνιά, και με μούτρο αναμμένο άρχισε να τη βρίζει καπηλικά. Από το στόμα του βγήκε ένας περαιώτικος οχετός βρωμερός, ασφυχτικός και τόσο αναπάντεχος, που η Βούλα σάστισε. Μα γρήγορα ξανάβρε την ψυχραιμία της, τη θωρακισμένη με τη γενικότερη αδιαφορία για ό,τι δεν αφορούσε την αγάπη της. Σήκωσε τους ώμους και ψιθύρισε ήρεμα, δίχως κακία, ίσως με κάποια θλίψη:
- Είσαι πιωμένος, Χρίστο, και δε σε συνερίζομαι...
Ο αδερφός φούντωσε από τη λύσσα του.
- Α! Ώστε έχεις μούτρα και με βρίζεις, παλιοβρώμα! Είμαι μεθυσμένος και δεν ξέρω τι μου γίνεται! Δε φτάνει που κατάντησες έτσι, μα βγάζεις και γλώσσα στον αδερφό σου! Θα σου δείξω εγώ!
Είχε τέτοια συναίσθηση πως ήταν άτρωτη από κάθε κακό, έξω από την αγάπη της, που ξανασήκωσε τους ώμους.
- Τι θα μου δείξεις; μουρμούρισε σαν να μιλούσε στον εαυτό της.
Μα ο Χρίστος το πήρε αλλιώς. Χάνοντας ολότελα τον έλεγχο του εαυτού του, της τράβηξε δυο γερά χαστούκια.
- Να, σκύλα ξαναμμένη! Να σε μάθω να μου βγάζεις γλώσσα!
Αυτό δεν το περίμενε. Το τράνταγμα ήταν τόσο δυνατό, που έμεινε σαστισμένη, ζαλισμένη, με μια βοή στ’ αυτιά. Γρήγορα όμως συνήρθε. Ορθώθηκε, όσο της επέτρεπε το μικρό κορμί της μα ο θυμός της ήταν τέτοιος, που φάνηκε πελώρια. Το πρόσωπό της γίνηκε φλουρί· τα καστανά μάτια της πετούσαν μαύρες φωτιές.
- Άκου να σου πω, είπε με φωνή δυνατή και ξεκάθαρη. Αν νομίζεις πως θα πουλήσω την τύχη και το κορμί μου, μικρέ παλιάνθρωπε, για να γίνουν τα κέφια σου, είσαι γελασμένος. Σ' το λέω εσένα, και να το ακούσουν όλοι! Πόρνη δεν είμαι, ούτε θα γίνω ποτέ, και μάλιστα για σας, πεινασμένοι λύκοι! Αν πάρω το Γιώργο -που δε θα τον πάρω ποτέ- να το ξέρετε: το καθήκον μου, σαν τίμια σύζυγος, με προστάζει ένα πράμα: να υπερασπιστώ την περιουσία του άντρα μου από τα νύχια σας! Όχι! Δε θα τον αφήσω να σας δώσει ούτε μια πεντάρα! Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ!
Προχώρησε κατά πάνω του απειλητική, με σαγόνια και γροθιές σφιγμένες.
- Όσο για σένα, μικρέ εκβιαστή, που τόλμησες να σηκώσεις άδικο χέρι πάνω στη μεγάλη αδερφή σου, σε σιχαίνομαι! Είσαι πολύ χαμηλός ανθρωπάκος! Φύγε από μπροστά μου!
Το πρόσωπο, η φωνή, τα λόγια της ήσαν τόσο τρομαχτικά, που ο νεαρός μεθυσμένος τα ‘χασε. Χωρίς να μιλήσει, με κεφάλι κατεβασμένο οπισθοχώρησε, πήρε το καπέλο του, ροβόλησε τη σκάλα και βγήκε στο δρόμο χτυπώντας την πόρτα με μανία. Κατάλαβε πως νικήθηκε χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί, αφού είχε το δίκιο με το μέρος του...
  
ιερεμιάδες: θρηνολογίες, περιγραφή καταστόσεων με πένθιμα χρώματα.
οιονεί: σαν.
Νίτσα: η αδερφή της Βούλας.